κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων..

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Songs to the siren


Aν οι άγγελοι είχαν φωνή και τραγουδούσαν, οι φωνές τους θα ηχούσαν κάπως σαν τον
Tim Buckley....          


                                       

       ή, πάλι, σαν τη φωνή της Elisabeth (Liz) Fraser...




                                         

       και ακόμη, ίσως, κάπως σαν τον Brendan Perry....



                                       

                                     
                                       
                           http://www.theguardian.com/music/2011/nov/17/song-to-the-siren-classic

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Ντίνος Χριστιανόπουλος / Τρία ποιήματα



    


ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ

Σε γνώρισα στην Εκθεση, μέσα στα φώτα,
μέσα στον κόσμο, στο πολύ κολλητήρι,
κι αμέσως σου πρότεινα να πάμε σε καμιά ερημιά.

Μα εσύ είχες έρθει από το χωριό για διασκέδαση˙
έπρεπε να ανεβούμε στ'αυτοκινητάκια,
να πάρουμε παγωτό, να μπούμε στο σπίτι του τρόμου,
να σε κεράσω σάντουιτς και μάυρη μπύρα,
να σ'αγοράσω κανένα τσακμάκι για ενθύμιο.

Δε σκέφτηκα πως ήσουν μπουχτισμένος από ερημιές.


ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Τις νύχτες μες στο βρώμικο λιμάνι
σβήνει απ΄τα αυτιά μου η προδομένη μουσική.

Μα το απομεσήμερο, όταν σχολούνε τα παιδιά,
στήνω καρτέρι για τα πιο ωραία μάτια,
και τότε σβήνουν οι σκληρές φωνές εντός μου,
ξεχνώ τα ξένα γόνατα και τους αυχένες,
λιγότερο επικίνδυνη νιώθω τη μοναξιά μου
κι ακούω ξανά την προδομένη μουσική.


Η ΑΓΚΙΔΑ

Το βράδυ που σκοτώσαν τον Λαμπράκη
γυρνούσα από ένα ραντεβού.
«Τι έγινε ;» ρώτησε κάποιος στο λεωφορείο.
Κανείς δεν ήξερε. Είδαμε χωροφύλακες
μα δε διακρίναμε τίποτε άλλο.

Πέρασαν τρία χρόνια. Ξανακύλησα
στην ίδια αδιαφορία για τα πολιτικά.
Όμως το βράδυ εκείνο με ενοχλεί
σα μια ανεπαίσθητη αγκίδα που δεν βγαίνει :
άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά,
άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα,
κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια.



( Από τη συλλογή "Ποιήματα", Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1985. Η φωτογραφία είναι του Ανδρεά Μπέλια)





Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Mέρες αδέσποτες



                                     

                                     





"Μέρες αδέσποτες" λέει ένα παλαιότερο τραγούδι των Συνήθων Υπόπτων. Κάπως έτσι νιώθω ότι κυλάνε αυτές οι πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου. Σαν όλα να βρίσκονται σε μια κατάσταση "pause" και όλοι να περιμένουν το επόμενο βήμα, την επόμενη κίνηση, μια ευκαιρία ή μια γνωριμία που θα τους φέρει πιο κοντά σε ό,τι ονειρεύονται, από τα πιο απλά, καθημερινά ως τα πιο μακρόπνοα πλάνα και όνειρα. To ζήτημα είναι πόσο αντέχει κάποιος να παραμένει σε κατάσταση αναμονής και ταυτόχρονα να συνεχίσει να προσπαθεί καθημερινά, όσο γύρω μας οι αφορμές αισιοδοξίας και ελπίδας φαίνονται να εξανεμίζονται. Για να το γενικέυσω και να δώσω και την πολιτική διάσταση του πράγματος, μετά από τόσες θυσίες του απλού κόσμου, έχω την εντύπωση ότι όχι μόνο δεν βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ, αλλά, αντίθετα, η κρίση και η αναπόφευκτη απόγνωση μόλις τώρα αρχίζουν να γίνονται βίωμα των περισσότερων από εμάς που έστω, κουτσά - στραβά και ανήκοντες στη μεσαία τάξη είχαμε μάθει να την "παλεύουμε" με λίγα και καλά. Τώρα που βλέπουμε ότι ζοριζόμαστε να πάρουμε ένα πακέτο τσιγάρα ή να παραγγείλουμε δεύτερο ποτό, που θέλουμε να κάνουμε τόσα πράγματα που, ευτυχώς, προσφέρει ακόμη η μητρόπολη Αθήνα, αλλά αναγκαζόμαστε να αυτοπεριοριζόμαστε και μοιραία να κλεινόμαστε στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Για δε δυνατότητα αυτονόμησης και αυτάρκειας, ούτε λόγος να γίνεται...

Επιστρέφοντας πάλι στη μεγάλη εικόνα και στην πολιτική επικαιρότητα, όλοι δείχνουν να περιμένουν το φαινόμενο Σύριζα που και αυτό βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής, περιμένοντας να αδράξει την εξουσία. Μάλιστα, πρόσφατα η νεολαία Σύριζα είχε και το φεστιβάλ της, όπου αρκετοί συμπαθείς δημοσιογράφοι και διανοούμενοι, όπως ο Νίκος Ξυδάκης της Καθημερινής είδαν κάτι καινούριο, ελπιδοφόρο να γεννιέται, κάτι που μπορεί να φέρει την πολυπόθητη "αλλαγή" (άλλη μια ταλαιπωρημένη έννοια). Δεν πήγα στο φεστιβάλ όχι γιατί σνομπάρω τις πολιτικές νεολαίες, ίσα-ίσα. Απλά, πιστεύω ότι ακόμη και αυτές οι γιορτές δεν είναι παρά σύντομα ευχάριστα διαλείμματα σε μια γενικότερη κατάσταση πολιτικής αποχαύνωσης, ήττας και αδιαφορίας. Αν και φύσει αισιόδοξος, εκτιμώ ότι αυτή την περίοδο δεν υπάρχει καμμιά σοβαρή διαδικασία, ζύμωση, φορέας που να μπορεί να κινητοποιήσει τους πάρα πολλούς ανένταχτους, προοδευτικούς αριστερούς ανθρώπους αυτής της χώρας, δημιουργώντας ένας ισχυρό λαικό κίνημα που, συνακόλουθα, θα επιφέρει τις απαραίτητες ανατροπές, χωρίς να χρειάζεται να περιμένει την εκλογική διαδικασία.

Όλα αυτά με κάνουν να αναλογιστώ ότι μοιραία, ο καθένας από εμάς που έχει τις παραπάνω ή ανάλογες ανησυχίες, τρέχει να βρει καταφύγιο στους μικρόκοσμούς του: παρέες, στέκια, μια συναυλία, μια βόλτα με καφέ σε πλαστικό στους δρόμους του κέντρου, βιβλιοπωλεία, δισκάδικα, μικρά αλλά σημαντικά εγχειρήματα όπως ένας καινούριος εκδοτικός οίκος ή ένα αυτοδιαχειριζόμενο ραδιόφωνο. Ίσως μόνο εκεί να μπορούμε να στηριχτούμε για όσο καιρό συνεχίζεται αυτή η κατάσταση αναμονής, προσδοκώντας πάντως και παλεύοντας για ο,τιδήποτε νέο και όμορφο, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.


υ.γ. η φωτογραφία είναι του Σπύρου Στάβερη από εδώ http://www.lifo.gr/guide/cultureblogs/magic-circus/32437

                                      

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Ο Κήπος



Ενώ από κάποια στιγμή και έπειτα ο Μαρξ, μαζί με τους Διαφωτιστές υποστήριζε πως οι Αρχαίοι Ελληνες ήταν τα "κανονικά παιδιά" της ανθρωπότητας -υπονοώντας έτσι ότι οι Κέλτες και οι Ινδιάνοι ήταν τα παραπαίδια της-, στο τέλος της ζωής του δέχτηκε πως  "η αγροτική κοινότητα ήταν η πρώτη κοινωνική ομαδοποίηση ελεύθερων ανθρώπων, η οποία δεν στηριζόταν στους δεσμούς αίματος".

Συνεπώς, η ουσιώδης νεωτερικότητα του ανθρώπινου γεγονότος βρίσκεται στην ελευθερία. ΄Οχι την "ελευθερία" της αγοράς, αλλά σε εκείνο το κομμάτι μας που ξεφεύγει από τον προκαθορισμό, που συνιστά το οντολογικά ατελές μας, που μας λυτρώνει από το επαναληπτικό σύμπαν του ζώου και μας τοποθετεί εγγύς του θείου.

Σ'αυτή την οντολογική ατέλειά μας, και μόνο σε αυτή, βρίσκεται η ανθρώπινη ιδιαιτερότητά μας. Ειδεμή είμαστε χειρότεροι κι από τα ζώα. Οπουδήποτε ο άνθρωπος είναι μισθωτός, ξεπεσμένος, αποκτηνωμένος, οπουδήποτε η γη καταντά ατομική ιδιοκτησία, οπουδήποτε η επικοινωνία διακόπτεται και η δραστηριότητα γίνεται ένα πράγμα αντί να είναι Πράξη, παντού όπου η θρησκεία, η επιστήμη, η οικονομία επιζητούν να προκαθορίσουν τον άνθρωπο, η νεωτερικότητά μας ακυρώνεται. Και τότε οφείλουμε να την ξαναβρούμε.

(Από το βιβλίο του Υβ λε Μανάκ "Ο Κήπος", εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα, 2014, μτφ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης)



                
                                       



Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

28 χρόνια φαγούρα


  
 Βλέποντας στην τηλεόραση το τελευταίο πέναλτι του Maxi Rodriguez στον ημιτελικό Αργεντινή - Ολλανδία η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από αγωνία...σκεφτόμουν , ταυτόχρονα, την αγωνία που θα είχαν εκείνη τη στιγμή χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπων στο μακρινό Buenos Aires και σε ολόκληρη τη χώρα. O Maxi ευστόχησε και η Argentina en la final 28 ολόκληρα χρόνια μετά την κατάκτηση του τροπαίου στο Μεξικό και 24 από την τελευταία συμμετοχή σε τελικό Μουντιάλ, στην Ιταλία. Εκεί όπου ένα αμφισβητούμενο πέναλτι στέρησε από τον Μαραντόνα την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου για δεύτερη συνεχόμενη φορά. Δύο σερί τελικοί με αντίπαλο τη Γερμανία και την Κυριακή η Ιστορία επαναλαμβάνεται, καθώς στο εμβληματικό Μαρακανά του Ρίο η Αργεντινή του Μέσι, αυτή τη φορά, θα διεκδικήσει τον τίτλο απέναντι στην καλοκουρδισμένη γερμανική μηχανή που βύθισε στο πένθος μια ολόκληρη χώρα με το πραγματικό blitzkrieg που εξαπέλυσε απέναντι στους διοργανωτέ . Μια νίκη η οποία προκάλεσε (δικαίως) το θαυμασμό και έφερε στους Γερμανούς πολλούς καινούριους φίλους, οι οποίοι σπεύδουν να υπογραμμίσουν ότι η Γερμανία παίζει την καλλίτερη μπάλα, είναι ομάδα δεμένη, έχει καλούς παίκτες σε όλες τις γραμμές κτλ κτλ...

Προσωπικά εγώ αυτά τα παίρνω λίγο βερεσέ. Χωρίς να αμφισβητώ τη σπουδαιότητα ενός καλό δουλεμένου συνόλου, προτιμώ ένα 90λεπτο μέτριου ποδοσφαίρου, όπως παίζει σε αυτό το Μουντιάλ η Αργεντινή, αλλά με δυο - τρεις εκλάμψεις προσωπικών ενεργειών ή συνδυασμών που αποκαλύπτουν, όμως, όλη τη μαγεία του ποδοσφαίρου, αυτό το κάτι παραπάνω που κάνει ένα παιχνίδι με μια μπάλα να προσεγγίζει, σε στιγμές, την τέχνη και την ποίηση. Άλλωστε, σε ελάχιστες περιπτώσεις στην ιστορία της στο θεσμό η Αργεντινή κατάφερε να παρουσιάσει ένα αξιομνημόνευτο σύνολο και αυτός είναι και ένας βασικός λόγος για τον οποίο μετρά μόλις δύο κατακτήσεις παγκοσμίων κυπέλλων . Από την άλλη πλευρά , αυτό που την κάνει τόσο γοητευτική και δημοφιλή είναι αυτή η αφέλεια ή, αν θέλετε, ακόμα και μπλαζέ διάθεση με την οποία οι τεχνικά άρτιοι Αργεντίνοι προσεγγίζουν τους αντιπάλους τους, ελπίζοντας πως ακόμη και αν δεν πιάσουν κάποια τρομερή απόδοση στο τέλος θα κάνουν τα μαγικά τους και θα κερδίσουν...όπως γνωρίζουμε όμως, αυτό το κόλπο δεν πιάνει πάντα. Ειδικά αν σκεφτούμε την τρομακτική ποιότητα των ποδοσφαιριστών που έχουν φορέσει κατά καιρούς τη φανέλα της albiceleste, θα περίμενε κανείς περισσότερες επιτυχίες : Από τον πρόσφατα χαμένο Ντι Στέφαν , μέχρι τον Κέμπες, τον Μαραντόνα, φυσικά, τον Κανίγια, τον Ρεδόνδο, τον Μπατιστούτα, τον Κρέσπο, τον Ρικέλμε και τον Αιμάρ πιο πρόσφατα. 

Βλέποντας τον πρώτο παιχνίδι της Αργεντινής απέναντι στη Βοσνία σκέφτηκα ότι φέτος είναι η ευκαιρία της να το σηκώσει. Παίζει συντηρητικά και κλειστά, αλλά ταυτόχρονα έχει και τους παίκτες που μπορούν να πάρουν την ομάδα πάνω τους όταν χρειαστεί. Στον τελικό αύριο θα είμαι με την Αργεντινή. Αλίμονο αν στο ποδόσφαιρο και στη ζωή ήμασταν όλοι με τους καλύτερους και τους άριστους. Προτιμώ αργεντίνικη ευγενική αλητεία από γερμανική ψυχρή λογική. Είμαι με την ομάδα που εκπροσωπεί τη χώρα που γέννησε τον Μπόρχες και τον Τσε, τον Άστορ Πιατσόλα, τον Χούλιο Κορτάθαρ και τον Λάλο Σίφριν. Μια χώρα που θυμίζει σε αρκετά σημεία την Ελλάδα, ειδικά με τις πρόσφατες ιστορίες με το ΔΝΤ, ακόμη και στα εθνικά χρώματα. Με τη νίκη λοιπόν και ο θεός ( ξέρετε ποιος...) να βάλει το χέρι του.


               
                                    
                            

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Περί μουσικής, εν γένει



Τα τελευταία τρία χρόνια που κάνω την εβδομαδιαία μου εκπομπή στον Indieground είχα την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με τη μουσική ως ακροατής, αλλά πλέον, να τη συνδέσω και να τη συνδυάσω με την ιδιότητα του ερευνητή - δημοσιογράφου. Διαπίστωσα, έτσι, ότι το να προετοιμάζεις μια σοβαρή μουσική - και όχι μόνο - εκπομπή, χωρίς τη βοήθεια των έτοιμων λύσεων - playlists - είναι μια ιδιαίτερα επίπονη αλλά και ευχάριστη, όσο αντιφατικό και αν είναι αυτό, διαδικασία. Κατάλαβα, επίσης, πόσο μια όμορφη ενασχόληση όπως είναι το ψάξιμο με τη μουσική, μπορεί να καταντήσει κατάσταση ρουτίνας, πόσο μάλλον στις μέρες μας, όπου η επαφή με το μουσικό "προϊόν"  εξαντλείται σε ένα απλό search στο youtube. Είναι πραγματικό δύσκολο και στενάχωρο το γεγονός ότι έχουμε, πλέον, να κάνουμε με έναν απίστευτο όγκο πληροφοριών και δεδομένων, αλλά, αν αντίστοιχα ελάχιστο χρόνο ( και, πολλές φορές, διάθεση ) ώστε να εστιάσουμε και να απολαύσουμε. Έπιασα τον εαυτό μου να διαλέγει κομμάτια από κεκτημένη ταχύτητα, πολλές φορές χωρίς να έχω το χρόνο να τα ακούσω προσεχτικά, να εμβαθύνω στο στίχο και στη μελωδία. Με έκανε, λοιπόν, να αναλογιστώ ότι είναι πολλές οι μουσικές που μπορούν να ηχούν ευχάριστες ή να γεμίζουν ένα δίωρο εκπομπής ή ένα dj - set , αλλά ελάχιστες αυτές που πραγματικά μπορούν να σε αγγίξουν , να σε συγκινήσουν βαθιά, να σου ρίξουν μια τσεκουριά όπως έλεγε και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου σε μια παλιά συνέντευξή του για το περιοδικό Sonic. 

Προσωπικά, τον τελευταίο καιρό αυτό μου έχει συμβεί γυρνώντας πίσω στο χρόνο, ανακαλύπτοντας παλιά διαμάντια όπως το Almost cut my her των Crosby Stills Nash and Young, τους Kinks, τον Nick Drake...κυρίως όμως το έχω νιώσει μέσω εγχώριων ερμηνευτών και δημιουργών : με το " Βρώμικο ψωμί " του Σαββόπουλου , με την απόκοσμη φωνή της Φλέρυ στο " Μεγάλο Ερωτικό " του Μάνου , το "Κακοήθες μελάνωμα" του Μικρούτσικου σε στίχους του σπουδαίου Άλκη Αλκαίου , με τη φωνή του Κοζανίτη Γιώργου Μιχαήλ σε τραγούδια του Θανάση...ίσως , όπως λέμε στην αργκό , απλά να " περνάω φάση ". Ίσως, μεγαλώνοντας να μου δημιουργείται η ανάγκη να κοιτάξω προς τα πίσω, σε ήχους που καλώς ή κακώς χρωμάτισαν τα παιδικά μου χρόνια , ως παιδί της "ένδοξης" δεκαετίας του ' 80. Ίσως, τέλος, ακόμη και στη μουσική, να έχουν τα πάντα ειπωθεί και έτσι, μοιραία, να γυρνάμε πίσω  στις πηγές , οι οποίες σίγουρα έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από το οποιοδήποτε revival .

 Το καλοκαίρι, λοιπόν, θα το αφιερώσω σε αγαπημένα ακούσματα και σε όσα δεν πρόλαβα να απολαύσω και να ανακαλύψω εις βάθος μέσα στη χρονιά . Άλλωστε, οι σωστές επιλογές σε ένα mp3 player μπορούν να κάνουν τις στιγμές του καλοκαιριού ακόμη πιο όμορφες . Καλή μουσική αντάμωση το Σεπτέμβρη !




               

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Στον πυρετό της μπάλας




"Ο πυρετός της μπάλας" (" Fever Pitch" ), έτσι τιτλοφορείται το βιβλίο όπου ο γνωστός Βρετανός και αρκετά ποπ, ομολογουμένως, συγγραφέας Nick Hornby μας μεταφέρει το κλίμα  γύρω από το ποδόσφαιρο στη Μεγάλη Βρετανία και τη ψυχοσύνθεση ενός αμετανόητου φαν για την αγαπημένη του ομάδα. Ο τίτλος αυτός, όμως, είναι ιδανικός για να περιγράψει την κατάσταση στην οποίο βρίσκεται σχεδόν όλη η υφήλιος αυτές τις μέρες και ,φυσικά, και η Ελλάδα. Αυτά περίπου σκεφτόμουν κατηφορίζοντας την Ερμού το Σάββατο το απόγευμα για να παρακολουθήσω τον αγώνα της Εθνικής με τη Κολομβία σε φιλικό σπίτι στο Θησείο. Μέσα στη δίνη του απογευματινού ήλιου, όλος ο δρόμος, όλα τα μικρά καταστήματα και όσοι δούλευαν σε αυτά προσπαθούσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να βρουν ευκαιρία και να ρίξουν κλεφτές, έστω, ματιές στο ματς. Σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων είχαν επιστρατεύσει το κλασσικό τρανζιστοράκι, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι πατέντες των μικροπωλητών, οι οποίοι έβλεπαν ανά πεντάδες τον αγώνα μέσω μικρών οθονών που είχαν τοποθετήσει ανάμεσα σε χαϊμαλιά και λοιπά μπιχλιμπίδια. Από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ακουγόταν ένας χαρακτηριστικός βόμβος, το ηχητικό συνονθύλευμα από τη φωνή του speaker και τις ιαχές των οπαδών, γνώριμο σε όσους έχουν ζήσει καλοκαίρι και μουντιάλ στην Αθήνα. Στις δε καφετέριες του Θησείου με τις γιγαντο οθόνες, αλλά και σε όποιο καφέ του κέντρου υπήρχε τηλεόραση τα τραπέζια ήταν γεμάτα από ντόπιους ή και τουρίστες .

Η πρώτη μου ανάμνηση από μουντιάλ ήταν το 1990 στην κατασκήνωση, να βλέπω τον μικρό τελικό μαζί με πολλούς πιτσιρικάδες και να αποθεώνουμε τον απρόσμενο ήρωα εκείνου του καλοκαιριού, Τοτό Σκιλάτσι. Άλλη ωραία ανάμνηση, ο τελικός του 1994. Διακοπές στα Κύθηρα, στο γραφικό λιμανάκι του Αβλέμονα, ήμασταν όλοι με Ιταλία και Μπάτζιο, αλλά το άστρο του δεν έφτασε για να σηκώσει η squadra azzura την κούπα. Παραδόξως, τα πιο ωραία μουντιάλ δεν ήταν αυτά που έζησα , αλλά αυτά που είδα και ξαναείδα και έμαθα απ΄'έξω μέσα από βιντεοκασέτες, αφιερώματα της ΕΡΤ και ανασκοπήσεις με τη φωνή του Αλέξανδρου Θεοφιλόπουλου, ακόμη και βιβλία. Η απόκρουση του Γκόρντον Μπανκς στην κεφαλιά του Πελέ στο Μεξικό το '70, τα μαγικά του Κρόιφ στη Γερμανία το ΄74 , τα γκολ του Κέμπες στην Αργεντινή το ΄78 και φυσικά , ο ανατριχιαστικός πανηγυρισμός του Μάρκο Ταρντέλι στον τελικό του 1982 απέναντι στους Γερμανούς...Τα τελευταία χρόνια , το ενδιαφέρον για το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει υπερσκελιστεί σε ένα βαθμό από το Champions League. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μουντιάλ είναι ότι σχετίζεται με την αγαπημένη, για τους περισσότερους Ελληνες (αλλά όχι για τον γράφοντα), εποχή του χρόνου. Αποτελεί ιδανική παρέα για τις ράθυμες, ανυπόφορες λόγω ζέστης, ημέρες και νύχτες του καλοκαιριού. Ευκαιρία για να γεμίζουν οι πλατείες και να παίρνουν ζωή τα καφενεία, να δουλεύουν τα delivery. Ευκαιρία για τις παρέες να μαζεύονται, να κάνουν χαβαλέ και να βάζουν στοιχήματα. Ευκαιρία για τους μικρότερους να μαζεύουν χαρτάκια Πανίνι και τους μεγαλύτερους να θυμούνται παλιά μουντιάλ και να αναπολούν στιγμές της νιότης τους. Για όλους αυτούς τους λόγους , προσωπικά και χωρίς να είμαι αδιάφορος για όσα παράπλευρα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη Βραζιλία, δεν μπορώ να αντισταθώ στο γλυκό πειρασμό του πυρετού της μπάλας. Τουλάχιστον όσο ο Μέσι και η αγαπημένη μου Albiceleste είναι ακόμη μέσα στο παιχνίδι για την κούπα...