κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων..

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Η πλημμύρα



Όταν έφυγε από το σπίτι άφησε το ψυγείο στο δρόμο. Θα πάρει ένα άλλο, είπα. Όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να πείσε τον εαυτό του πως είναι ερωτευμένος. Στα κάρβουνα που αγόρασε έχει πέσει νερό κι έτσι δεν πήρε τίποτα φωτιά. Ένα από εκείνα τα βράδια σε μια νεροποντή ο Κηφισός πλημμύρισε και τα νερά έφταναν μέχρι τον Άγιο Αντώνιο. Η πλημμύρα παρέσυρε το ψηγείο. Όταν βγήκε στον δρόμο, το νερό ήταν σαν την ψευδαίσθηση της αγάπης που είχε. Όλα ήταν μια βίαιη παρόρμηση που ερχόταν από μέσα του.

Κ Βήτα, από το βιβλίο- συλλογή "Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο", εκδ. Οξύ







Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Εικόνες μια άλλης Ευρώπης




  "Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης" τιτλοφορείται  η έκθεση φωτογραφίας του Κωνσταντίνου Πίττα που θα  φιλοξενείται μέχρι και τα τέλη Μαρτίου στο φουαγιέ του Ελληνογαλλικού Ινστιτούτου στη  Σίνα. Ενώ μου αρέσει πολύ η φωτογραφία μπορώ να πω ότι είχα πολύ καιρό να ενθουσιαστώ από τη "ματιά" ενός φωτογράφου, το οποίο είναι και η ουσία της τέχνης αυτής. Δηλαδή πέρα και πάνω από τα οποιαδήποτε τεχνικά μέσα, τα οποία είναι αναρίθμητα πλέον στην εποχή της ψηφιακής φωτογραφίας, αυτό που κάνει έναν φωτογράφο να ξεχωρίζει είναι η διεισδυτική ματιά του μέσα στην πραγματικότητα που εκείνη τη στιγμή αποτυπώνει και μετατρέπει σε αιωνιότητα. Ο Κωνσταντίνος Πίττας είχε την τύχη να ταξιδέψει για πολλά χρόνια στις χώρες της διαιρεμένης, επί 80s,  σε δύο στρατόπεδα Ευρώπης και να τραβήξει ένα πολύ μεγάλο αριθμό φιλμ που για πολλα χρόνια παρέμεναν ξεχασμένα στα συρτάρια του. Ένας πραγματικός θησαυρός, ένα ψηφιδωτό αναμνήσεων από την μία άκρη της Ευρώπης στην άλλη, με κυρίαρχο στοιχείο τον άνθρωπο και την καθημερινότητα των πόλεων που μέσα από το ασπρόμαυρο χαρτί φαίνεται πολλές φορές γκρίζα. Όπως και οι φωτογραφίες του από την πλατεία Συντάγματος και τη Βικτώρια που μας παρουσιάζουν μια Αθήνα τόσο οικεία αλλά και την ίδια στιγμή, τόσο μακρινή και διαφορετική. Ο Κ.Πίττας έχοντας σαν "όπλο" του μια μικρή "Minox" με σταθερό φακό, καλύπτει χιλιόμετρα και αποτυπώνει στιγμές με μια μοναδική ευαισθησία, εντάσσοντας τον ανθρώπινο παράγοντα στο πολλές φορές όχι και τόσο φιλόξενο αστικό περιβάλλον, ξεκαθαρίζοντας ο ίδιος ότι δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα ωραία κάδρα, όσο για την αποτύπωση ενός (συν)αισθήματος.  Iδιαίτερη σημασία στο έργο του έχουν το Παρίσι, όπου και έζησε πολύ καιρό, οι χώρες του Ανατολικού Μπλοκ με το γνωστό πέπλο "μυθολογίας" που τις καλύπτει ακόμη και σήμερα και φυσικά, η γενέθλια πόλη, η Αθήνα.  H παρουσίαση επιλεγμένων φωτογραφιών εντάσσεται στο πλαίσιο των παράλληλων δράσεων της έκθεσης για τη δεκαετία του ΄80 στην Τεχνόπολη ενώ στο http://www.cpittas.com/ μπορείται να δείτε περισσότερα για τον φωτογράφο και το έργο του.



                                           


                       

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Έναστρη Νύχτα






 Τα dj-set του Θάνου στο Closer στη Σίνα, το Κούσκο καφέ, το βιβλιαράκι των εκδόσεων "Ίνδικτος" με το πορτοκαλί εξώφυλλο και τους στίχους των κομματιών, ένα live του Rock Fm στον Άγιο Κοσμό με την εκπληκτική εκτέλεση του "Μπλε Χειμώνα". Το απρόμαυρο βίντεο κλιπ με τους σταθμούς του τρένου, εικόνα μιας άλλης εποχής, μιας άλλης δεκαετίας, μιας άλλης χώρας. Επίσης, οι ποιητές: Kαψάλης, Ουράνης, η Γώγου στην οποία αφιέρωσαν ένα από τα πιο δυνατά τους κομμάτια και νεότεροι, όπως ο Λίνος Ιωαννίδης. Το μεγάλο αφιέρωμα - συνέντευξη του Σπήλιου Λαμπρόπουλο για ένα τεύχος του Ποπ+Ροκ, που δεν χορταίνεις να το ξαναδιαβάζεις. Η γνωριμία με τον Θάνο στο Metropolis του  Κολωνακίου όπου ως πωλητής μου σύστησε, μεταξύ άλλων, το "Jeopardy" των Sound και μια συλλογή του Lee Hazlewood.


To βράδυ του Σαββάτου, την ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος του Θάνου Ανεστόπουλου, έτυχε να συναντηθώ με κάποιους αγαπημένους φίλους, αρκετοί από αυτούς παλιοί συμφοιτητές της Νομικής που είχαμε καιρό να βρεθούμε όλη μαζί παρέα. Στην κορύφωση της βραδιάς, ο Στράτος (επίσης παλιός γνώριμος δισκοθέτης από εποχή Decadence) έβαλε το παρακάτω κομμάτι των Κρίνων και νομίζω ότι είναι ό,τι πιο ωραίο και συγκινητικό έχω ζήσει τον τελευταίο καιρό και σίγουρα ό,τι πιο ανθρώπινο και ειλικρινές έχω δει να συμβαίνει σε bar. Τον κόσμο όλο να γελάει και να χορεύει, να τραγουδάει και να δακρύζει, όλα μαζί, ταυτόχρονα...



                                         

 

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Only the good die young





   

Στην "έρημο" των social media, η είδηση του θανάτου του Νίκου Τριανταφυλλίδη, σκηνοθέτη, μουσικογραφιά, παλιότερα, και δημιουργού/ ιδιοκτήτη του Gagarin 205, ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει άλλο ένα κύμα διαδικτυακής συγκινησιακής φόρτισης. Η διαφορά με τις περιπτώσεις θανάτων διασήμων σταρ όπως ο Bowie ή ο Ρrince π.χ. , είναι το γεγονός ότι πολλοί από εμάς που αναφερθήκαμε, ποστάραμε, γράψαμε κάτι για τον Ν.Τ. τον γνωρίζαμε, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, τον είχαμε δει σε συναυλίες στο Gagarin ή, έστω,  τον είχαμε μάθε μέσα από τις ταινίες του, τα άρθρα του, τα cult festival που διοργάνωνε επί σειρά ετών, από την σειρά τα "Στέκια" που είναι μάλλον ό,τι καλύτερο έχουμε δει στο είδος αυτό τα τελευταία χρόνια. Οπότε εδώ οι μαρτυρίες είναι πιο άμεσες, ειλικρινείς, η θλίψη σαφώς εντονότερη, καθώς αποχαιρετούμε έναν "δικό μας άνθρωπο", έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας (στη Φωκίονος έμενε, άλλωστε) ο οποίος έβάζε απλόχερα όλο του το μεράκι και την αγάπη σε οτιδήποτε καταπιανόταν.
Σε όλη του την καλλιτεχνική δημουργία τον συνόδευε η πόρωση με τη μουσική και δη το rock'n'roll. Aρκεί να ακούσει κανείς τα soundtracks από τις ταινίες του όπου και παρήλασαν ονόματα όπως οι Gallon Drunk, Blaine Reininger, Screaming Jay Hawkins, Yell-o-Yell, Kόρε Υδρο, μεταξύ άλλων. Για το Gagarin τι να πούμε; Αποτέλεσε και αποτελεί  ένα σταθερό σημείο αναφοράς στο συναυλιακό χάρτη της Αθήνας, κάτι ανάλογο με αυτό που υπήρξε το Ρόδον για τις παλιότερες γενιές. Συναυλίες που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό: Anne Clarke (με καθίσματα παρακαλώ), Μorrissey, Blixa Bargeld, Kωνσταντίνος Βήτα, τα Elfentanz του Λ.Σκιαδά, Sad Lovers and Giants, Sound Explosion, τα τρία φοβερά live για το reunion των Last Drive, όπως επίσης και το live για τα τριαντάχρονα των L.Drive. Εκεί μίλησα για πρώτη φορά με τον N.T. , o oποίος με ποτό και τσιγάρο ανά χείρας απολάμβανε την σύμπραξη των Last Drive με τους Dead Moon επί σκηνής. Όπως έγραψαν και αρκετοί άλλοι, ήταν από τους λίγους τύπους που μπορούσαν να καυχηθούν ότι είχε μια πραγματική rock'n'roll συμπεριφορά και στάση ζωής, με ό,τι βέβαια θετικό ή αρνητικό συνεπαγόταν αυτό για τον ίδιο. Θα τον θυμόμαστε για τον "Κομπάρσο" του Λ.Μυτιληναίου,  τους "Δρόμους του Πουθενά" του Μαργαρίτη, τη Τζένη Βάνου, την αγάπη του για τις κρυμμένες γωνιές και τα στέκια της Αθήνας, το νουάρ, το blues και το rock'n'roll, τον Πάοκ και τον Πάμπλο τον Γκαρσία.
Αντίο σε έναν Αισθηματία με το "Α" κεφαλαίο...





                                                      

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Do the twist







  Ήταν μία από τις ελάχιστες εξεγέρσεις κατά της πατρικής εξουσίας. Είτε άρεσε στον Γέρο είτε όχι, ο Βαν έβγαινε με τη Φρίντα και την πανέμορφη αδερφή της Κριστίνα, και πήγαιναν στην περίφημη αίθουσα χορού "El Salon Mexico". Εκεί, σε μια τεράστια αίθουσα που σχημάτιζε Γ, δύο διαφορετικές ορχήστρες έπαιζαν στις δύο άκρες, χωρίς να συντονίζουν τη μουσική τους. Σε κάθε άκρη της αίθουσας, ο κόσμος χόρευε φυσιολογικά με τη μουσική της ορχήστρας που ήταν δίπλα του και μπορούσε να ακουστεί, ενώ στο σημείο της ένωσης των δύο πλευρών του Γ οι χορευτές, ακούγοντας και τις δύο ορχήστρες ταυτοχρόνως, έκαναν κάθε είδους αυτοσχέδια και άγρια βήματα, για να ταιριάξουν με την κακοφωνία.

( Από το "Πολιτική Λογική και Έρωτας",  Α.Μ. Φέφερμαν, μτφ. Λητώ Ιωακειμίδου. Η φωτογραφία του Kurt Blum)

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Έφοδος στον "Ουρανό"










Υπάρχουν ταινίες που επειδή αφορούν τον τόπο σου, μιλάνε τη γλώσσα που μιλάς και περιγράφουν καταστάσεις που έχεις ακούσει σε αφηγήσεις συγγενών, παππούδων και γιαγιάδων, μοιραία αποκτούν ένα παραπάνω συναιθηματικό φορτίο και σου μένουν για πάντα στο μυαλό, σαν κάποιες εικόνες απο ταξίδια της παιδικής ηλικίας που κουβαλάς διαρκώς μαζί σου, στο πέρασμα των χρόνων.
Mία από αυτές είναι και ο "Ουρανός" του Τάκη Κανελλόπουλου. Ενός Θεσσαλονικιού σκηνοθέτη άρρηκτα δεμένου με τον τόπο καταγωγής του, ο οποίος υπήρξε πρωτοπόρος του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και μοναχικός καβαλάρης - αμετανόητα ρομαντικός καλλιτέχνης σε μια εποχή ακραιφνούς πολιτικοποίησης.
Στην πρώτη του αυτή ταινία (1962) αποτυπώνει το ζοφερό κλίμα του πολέμου, βιωμένο μέσα από την ιστορία των ανώνυμων φαντάρων του αλβανικού μετώπου. Μια ιστορία που σε καμμία περίπτωση δεν θυμίζει το αφήγημα της εποπιείας του ΄40 που καλλιεργήθηκε από τις πρώτες κυβερνήσεις μετά τον εμφύλιο και φτάνει έως τις μέρες μας. Εδώ δεν εξυμνείται ο ηρωισμός των στρατιωτών (αυτός θεωρείται δεδομένος από το σκηνοθέτη), όσο σκιαγραφείται η οδύσσεια  του κάθε έναν από αυτούς, με ό,τι αγωνίες κουβαλούσαν μαζί τους πηγαίνοντας στο μέτωπο  και με ό,τι άφηναν πίσω στην πατρίδα. Άλλος την οικογένειά του, άλλος μια ερωτική ιστορία, το σπίτι και τη γειτονιά τους, τα όνειρα που έκαναν για τη ζωή. Τα πρόσωπα αυτά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, γίνονται  τα ιδανικά πιόνια στην κρεατομηχανή του πολέμου ("να σκοτώνονται οι λαοί για τ'άφέντη το φαί," όπως έγραφε ο Βάρναλης). Συγκλονιστική είναι η αντιπαράθεση των σκληρών σκηνών στο μέτωπο με την πανηγυρική ατμόσφαιρα που επικράτησε στην πρωτεύουσα με την αναγγελία του πολέμου και τους λόγους του δικτάτορα Μεταξά με μια λαοθάλασσα από κάτω να τον επικροτεί (από ντοκουμέντα της εποχής).
Μια πρωτοποριακή σύλληψη του Κανελλόπουλου στο συγκεκριμένο έργο είναι ότι σε κανένα σημείο δεν γίνεται ορατός ο εχθρός, απλά υπονοείται. Σε μια από τις ωραιότερες σκηνές στην ταινία οι Ελληνες φαντάροι ξυπνούν υπό τους ήχους ενός γερμανικού εμβατηρίου. Γίνεται έτσι σαφές ότι το μέτωπο έχει πέσει και οι Γερμανοί προελαύνουν. Όσοι έχουν καταφέρει να μείνουν ζωντανοί πρέπει να γυρίσουν πίσω με τα πόδια, ταπεινωμένοι και δειρωτώμενοι κατά πόσο άξιζε όλος αυτός ο εφιάλτης που βίωσαν.
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για την καταπληκτική φωτογραφία της ταινίας. Τα πρόσωπα των στρατιωτών, οι εκφράσεις τους τονίζονται με τρόπο μοναδικό, με κοντινά της κάμερας, έχοντας για background τα σκληρά, άχαρα βουνά της Μακεδονίας και της Αλβανίας. Κάποια κάδρα μπορούμε να πούμε ότι είναι,  δίχως υπερβολή, εφάμιλλα αυτών του Ταρκόφσκι. Eξαιρετική είναι, επίσης, και η λιτή, μίνιμαλ σχεδόν μουσική του Αργύρη Κουνάδη που γίνεται ένα, θαρρείς, με το ασπρόμαυρο τοπίο.
Στον πόλεμο, όλοι είναι ίσοι απέναντι στο θάνατο, όλοι εξισώνονται. Σε μια δύσκολη για τη μεταπολεμική Ελλάδα περίοδο (αρχές δεκαετίας του ΄60) ο Κανελλόπουλος επιλέγει ένα εξίσου δύσκολο θέμα για να μιλήσει για τις τύχες των απλών ανθρώπων. Ο λυρισμός που διαπερνά την ταινία αγγίζει τα όρια του μελώ, χωρίς, όμως,  τελικά να γίνεται. Η σκηνοθεσία του αναδεικνύει μια οπτική της Ιστορίας όπου δίνεται περισσότερο έμφαση στο προσωπικό/ατομικό και λιγότερο στο συλλογικό. Χωρίς ίχνος διδακτισμόυ, μας "αναγκάζει" να ξανασκεφτούμε έννοιες όπως "πατρίδα", "μητρική γη", "φιλία", ανθρώπινοι δεσμοί, που τόσο έχουν απονοηματοδοτηθεί στις μέρες μας.


υ.γ. είχα την τύχη να παρακολουθήσω την ταινία στην "Ιριδα". Παρ'όλα αυτά για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει και στο youtube

                                           
                                               
     
                                         


Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Τα δώρα






       


Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δύο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
                                                             
(Mίλτος Σαχτούρης, Παραλογαίς, 1948)